Sample Sidebar Module

This is a sample module published to the sidebar_bottom position, using the -sidebar module class suffix. There is also a sidebar_top position below the search.
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Search Our Site

του Κώστα Μπούγα

Βγαίνω απ’ την πόλη, το ταξίδι στο πουθενά, έτσι για να στρώσω το καινούριο μου αυτοκίνητο. Έφτασα στο νέο Σούπερ Μάρκετ που μόλις φτιάχτηκε. Αριστερά στο δρόμο έχουν φυτρώσει όλες οι αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, στις βιτρίνες τα νέα μοντέλα φρεσκογυαλισμένα φαντάζουν σαν τις επιθυμίες στο χώρο του ονείρου. Πως μεγαλώνει έτσι γρήγορα η αγορά προς αυτή τη μεριά της πόλης; Θα περάσω απ’ τον ανεψιό μου να πιώ ένα καφέ, έχει ανοίξει μια καντίνα δίπλα στο σπίτι της αδερφής μου.

Ξεχάστηκα, προσπέρασα το σήμα της ALFA ROMEO, στη στροφή έκανα ένα παράνομο κύκλο και πείρα το δρόμο δεξιά προς τα πάνω.

« Χαραυγή» το όνομά της, περιοχή αυθαίρετων εκτός σχεδίου στην πόλη του Ευρίπου. Αριστερά και δεξιά του δρόμου, τα περισσότερα κτίρια είναι μικρά εργοτάξια, άλλα είναι στα μπετά και άλλα στα τούβλα. Που και που βλέπεις και κανένα τελειωμένο. Πηγαίνω με τριάντα χιλιόμετρα και χαζεύω τους οικοδόμους. Σταμάτησα να περάσει ένα φορτηγό σε μια διασταύρωση, δεν μπορεί να στρίψει και κάνει μανούβρες. Στη διπλανή οικοδομή γίνεται χαμός, όλοι φωνάζουν δαιμονισμένα με ακαταλαβίστικες λέξεις και φράσεις. Δεν μιλάει κανένας Ελληνικά, ίσως είναι Αλβανικά, Πολωνέζικα, ίσως Ρουμάνικα. Κορμιά γυμνά, ηλιοκαμένα, καλογυμνασμένα, φιγούρες γνώριμες μνήμες παιδικές, θύμισες απ’ το παρελθόν, τότε που τα χέρια πιάνανε τη πέτρα και τη στείβαν. Σήμερα γίναμε όλοι επιτελικοί, τις παραγωγικές μονάδες τις πήραν στα χέρια τους οι ξένοι και φοβάμαι το αύριο.

« Φίλε ντε φεύγεις, ντι χαζεύεις, θα σού ‘ρθει ν και καμιά ν τάβλα ν πάνω σου, έχεις και καινούριο ν αυτοκίνητο ν. Που έχεις το μυαλό ν σου;» Μου είπε ο αλλοδαπός εργάτης . Πράγματι το φορτηγό είχε φύγει, ξεχάστηκα, τα ελληνικά ήταν άπταιστα με λίγο ιδιωτισμό. Δεν απάντησα. Έβαλα πρώτη, ξεκίνησα, έκλεισα τα τζάμια. Πως καταντήσαμε έτσι συλλογίστηκα. Δεν μας επιτρέπουν οι Αλβανοί ούτε να χαζέψουμε. Πλάκα έχει ή είναι τραγικά τα πράματα; Σημεία των καιρών.

Στην σιδερένια εξώπορτα με υποδέχθηκε η αδερφή μου.

-Καλώς ήρθες, καλορίζικο, μη κλίνεις την πόρτα να το ασημώσω, σιδερένιο, ωραίο χρώμα, μοντέρνο μου αρέσει. Θα πιεις καφέ;

-Ναι φτιάξε ένα Ελληνικό σκέτο με γάλα.

-Σκέτο, γιατί;

-Ρίξε λίγο μέλι στην κούπα άμα έχεις.

-Περίμενε να πάρω ένα γάλα απ’ την καντίνα, είναι κλειστή γιατί δεν άνοιξε ακόμα ο ανεψιός σου. Ξενυχτάει κάθε βράδυ με μια παρέα και το πρωί δεν ξυπνάει. Να προσέχεις τον καφέ μη φουσκώσει. Ο μικρός μας φίλος είναι ο Σάκης.

Χωμένος μέσα στη πολυθρόνα ο Σάκης ρουφάει τη μύτη του και τη ξύνει αμήχανα με το ένα του δάχτυλο. Είναι γύρω στα πέντε, ξανθά μαλλιά χρυσαφένια, κολλημένα απ’ την απλυσιά. Το πρόσωπό του ολόλευκο με ροδοκόκκινα μάγουλα, λερωμένα γεμάτα μουντζούρες. Είναι ξυπόλητος με πατούσες ματωμένες απ’ τις πέτρες. Φοράει ένα κοντό παντελόνι ουρανί ξεθωριασμένο και ένα άσπρο φανελάκι με γκρίζες αποχρώσεις σκόνης και μαυρίλας από λάδια ή γράσο. Το βλέμμα του χαμηλωμένο, με παρατηρεί με τις άκρες των ματιών του γεμάτος απορία και περιέργεια. Τα μάτια του γαλαζοπράσινα σαν κομμάτια ουρανού, κρυμμένα στα μεγάλα του ματόκλαδα.

Η αδερφή μου ξαναγύρισε φουριόζα με το γάλα στο χέρι.

-Ο καφές;

-Εντάξει, τον έριξα στη κούπα ,φέρε το κουτί να ρίξω λίγο γάλα. Πως τα πάτε με τους τσιγγάνους, έρχονται στην καντίνα, ψωνίζουν, πληρώνουν;

-Σωθήκαμε, κύριοι οι άνθρωποι, νοικοκυραίοι με προκοπή, όταν δεν έχουν τα γράφουν, όταν πληρώνονται όμως τα ξοφλάνε. Ζωντάνεψε η περιοχή μας, μια εξάδα παιδιά έχει ο καθένας, γέμισε παιδομάνι ο τόπος μας. Σωθήκαμε, εδώ που είναι τσιγγάνοι, Αλβανός όχι μόνο δεν μένει, αλλά δεν τολμάει ούτε να περάσει. Έχουμε τα σπίτια μας ανοιχτά, δεν κλειδώνουμε τις πόρτες.

-Ο Σάκης ο φίλος σου Χαραυγιώτης είναι;

-Α, α, α, είναι καινούριος στη γειτονιά, μένει με τη μάνα του σε αυτό το πλινθόκτιστο. Το σενιάρανε, βάλανε καινούρια κεραμίδια στη σκεπή, μικρό παλάτι το κάνανε, μια χαρά βολευτήκανε. Την μάνα του την πείραν με εξάμηνη σύμβαση στη καθαριότητα στο δήμο.

-Αυτός δικός μας δεν είναι; Είναι άσπρος σαν το γάλα, δεν έχει καμιά σχέση με τους τσιγγάνους. Έτσι δεν είναι;

-Ξένε εγώ είμαι τσιγγανάκι, δεν βλέπεις που είμαι μαύρος σαν κατράμι. Χμ, φόρεσε τα γυαλιά σου, τι τα έχεις κρεμασμένα στο λαιμό σου. Εσύ είσαι μπαλαμός όχι εγώ.

-Φίλε Σάκη με συγχωρείς, Τώρα που μου το πες και σε προσέχω, δεν μοιάζεις για δικός μας, δεν μοιάζεις για μπαλαμός.

Ο Σάκης ισιάστηκε λίγο και χώθηκε πιο βαθιά στην πολυθρόνα, Το βλέμμα του το έριξε μακριά προς το ξεροβούνι που είναι μπροστά μας για να αποφύγει το δικό μου βλέμμα που άθελά μου τον περιεργαζόμουνα.

-Τι τον κοιτάς; Είναι μέσα στη βρώμα, η μάνα του τον αλλάζει κάθε μέρα, όλο κάτω κυλιέται και γυρνάει ξυπόλητος, δυο ζευγάρια παπούτσια έχει και δεν φορά κανένα.

-Ο πατέρας του τι δουλειά κάνει;

-Άσε θα σου πω αργότερα. Σάκη πήγαινε να παίξεις.

Ο Σάκης σηκώθηκε σαν αγριοκάτσικο, σηκώθηκα και εγώ βγάζοντας δυο πενηντάλεπτα από την τσέπη μου.

-Σάκη μου επιτρέπεις να σε κεράσω ένα παγωτό;

-Σου επιτρέπω ξένε αλλά δεν φτάνουν, πρέπει να μου δώσεις άλλα εβδομήντα λεπτά να πάρω ένα παγωτό, ένα πύραυλο τέσσερα επί τέσσερα.

«Σάκη φύγε, πάρε γαριδάκια ή ότι άλλο θέλεις», φώναξε άγρια η αδερφή μου.

-Σάκη περίμενε, δεν τρώω παγωτά και δεν ξέρω πόσο κάνουν, πάρε πέντε Ευρώ και φέρε μου τα ρέστα.

-Τώρα μάλιστα, από δω και πέρα είσαι φίλος μου.

Ο Σάκης ο φίλος μου απομακρύνθηκε τρέχοντας, σπινάροντας στη στροφή σαν οδηγός φόρμουλας.

-Είναι εξώγαμο, αγνώστου πατρός, το ‘χει κάνει με ένα δικό μας. Πριν έρθει εδώ έμενε στη Αθήνα, κάπου στους Αγίους Αναργύρους. Ερωτιάρα και σκανταλιάρα η μάνα του, είναι και είκοσι χρονών π ανάθεμά της. Είναι καλό κορίτσι, αλλά άμυαλο, ο Σάκης είναι το δεύτερο. Έχει κάνει κι άλλο ένα και το ‘χει δώσει σε ένα ζευγάρι γιατρών, το ‘χουν πάρει νόμιμα. Άσε, δεν έχει μυαλό στο κεφάλι της, μάλλον είναι πάλι έγκυος. Έχει σπιτώσει τον Μήτσο και μάλιστα είναι αρραβωνιασμένος με άλλη γκόμενα.

Ο Σάκης γύρισε, σωπάσαμε, μου έφερε τα ρέστα ακριβώς, του τα χάρισα.

-Αδερφή, είναι φίλος σου ο Σάκης; Τον έχεις υπό την προστασία σου; Τον βλέπω να γίνεται τρόφιμος.

-Φίλος μου είναι, αλλά φαΐ δεν τρώει, δώστου γαριδάκια γκοφρέτες και πάρτου την ψυχή του, παγωτά δεν τρώει γιατί είναι ακριβά, τα φράγκα είναι λιγοστά και δεν φτάνουν. Είναι άρρωστος με το ποδοσφαιράκι, άσε που δεν φτάνει, όταν παίζει την μπάλα την βλέπει από τις γρίλιες.

-Πήρατε ποδοσφαιράκι;

-Α δεν το είδες, γίνεται χαμός, το ξεχρεώσαμε σε δέκα πέντε μέρες, χάζεψαν μικροί και μεγάλοι, όλα τα πενηντάλεπτα εκεί τα ακουμπάνε. Δεν βλέπεις τη βρώμα στο μπλουζάκι του Σάκη, λάδι με γράσο είναι απ’ τις βέργες, όλο αναμεσά τους χώνεται.

- Σάκη σου αρέσει το ποδοσφαιράκι;

-Μ’ αρέσει λέει, είμαι πολύ δυνατός, δύσκολα χάνω, τα ΄χω ξεπατώσει όλα τα γυφτάκια.

-Αν θέλεις να παίξουμε μαζί ζευγάρι, πάρε πέντε Ευρώ και κάντα όλα πενηντάλεπτα.

-Όλα;

-Ναι, όλα θα τα κάνεις, βρες αντιπάλους κι έρχομαι.

-Είσαι δυνατός ξένε η είσαι φόλα; Άμα δεν ξέρεις εγώ δεν παίζω μαζί σου.

-Σάκη παλιά ήξερα καλό ποδοσφαιράκι, ήμουνα αχτύπητος, έχω να παίξω κάποια χρόνια, αλλά νομίζω θα τα καταφέρω, θα σε βγάλω ασπροπρόσωπο.

-Καλά πάω και μην αργήσεις, θα μας πάρουν την σειρά, πριν από λίγο δεν έπαιζε κανένας, τέλειωσαν τα λεφτά τους οι γύφτοι και κάθονται στα παγκάκια.

-Πριν φύγεις θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Γιατί τα τσιγγανάκια τα λες γυφτάκια;

-Έτσι για να τους τη σπάσω γιατί με βαράνε.

Ο Σάκης έχει ρίξει το πενηντάλεπτο στο ποδοσφαιράκι, έχουν πέσει στη θήκη οι εφτά μπάλες, έχει βρει αντιπάλους και περιμένει γαντζωμένος στις βέργες στην επίθεση.

-Φίλε θα παίξεις άμυνα, πριν αρχίσεις φέρε μου αυτή τη πλίθα ν’ ανέβω πάνω γιατί δε φτάνω. Θα τους κάνουμε σκόνη τους ατζαμήδες, θα τους ξεσκίσουμε.

Ο Σάκης σαν επαγγελματίας παίχτης ρίχνει τη μπάλα στη σέντρα, κερδίζει τη πρώτη κόντρα, πασάρει στην επίθεση, κοντρολάρει, σουτάρει και το γκολ είναι γεγονός.

« Φάτο, φάτο, να, να, να,» ξεφωνίζει και χειρονομεί άσεμνα από χαρά και την ικανοποίηση του νικητή.

Στα δυο παιχνίδια βαρέθηκα, τα παράτησα, τον άφησα να παίξει μόνος του. Ο φίλος μου διάλεξε γρήγορα το καινούριο του ταίρι, ένα τσιγγανάκι μαυριδερό με μακριά μαλλιά όπως και του Σάκη. Ο καφές έχει κρυώσει, το γάλα έκανε κόρα, πίνω μια γουλιά, κάθομαι σε μια πλαστική καρέκλα και απολαμβάνω τον φίλο μου.

Νευρικός με ακατανόμαστες φράσεις όταν χάνει, χαμογελαστός και χαρούμενος όταν κερδίζει. Όλα τα τσιγγανάκια μαυριδερά σαν το κάρβουνο με το χαμόγελο στα χείλη όλο ζωντάνια και σεβασμό για την παρουσία μου.

Ο Σάκης όμως ξεχωρίζει. Πυρόξανθα μαλλιά, γαλάζια μάτια, λευκό δέρμα, αεικίνητος, γαλήνιος όταν πρέπει, νευρικός όταν μέσα του ξεσπά μπόρα. Παρατάει τη βέργα στην επίθεση για να σιάξει το μαλλί που πέφτει συνεχώς και τον εμποδίζει στα μάτια. Σηκώνεται στα δάχτυλα των ποδιών του για να δει την μπάλα όταν παίζεται απ’ την μεριά του. Τον συμπάθησα, είναι φίλος μου, από δω και πέρα στη Χαραυγή θα έχω ένα δικό μου άνθρωπο, ένα τσιγγανάκι της νέας γενιάς.

Χαιρέτησα την αδερφή μου, πείρα τα άλογά μου και έφυγα για την μεγάλη πόλη. Όλη τη βδομάδα η εικόνα του Σάκη ήταν μπρος μου, η ζωντάνια του, το χαμόγελό του αλλά και η καχυποψία που έχει στα μάτια για μας τους μπαλαμούς. Τον βλέπω να με κοιτάει με χαμηλωμένα τα μάτια υπό γωνία διερευνητικά, με την μεγάλη του νοημοσύνη να μαντέψει τον εσωτερικό μου κόσμο, να μαντέψει το μυαλό μου.

Έχω την εντύπωση ότι μου κάνει ψυχογράφημα κι ας είναι μακριά μου.

Την Παρασκευή πείρα στο τηλέφωνο την αδερφή μου.

-Τι κάνει ο Σάκης;

-Ποιος Σάκης, αυτός είναι στην Αθήνα, σακατεύτηκε.

Ανατρίχιασα, το αίμα μαζεύτηκε στο κεφάλι μου.

-Τι έγινε: Είναι καλά;

-Τη γλίτωσε, αλλά τον σακάτεψε μια βλαμμένη, καβάλησε το πεζοδρόμιο η ρόδα του αυτοκινήτου της και του έλιωσε το πόδι, δεν ξέρω νεότερα πάντως είναι σοβαρά.

-Και τι ήθελε στην Αθήνα;

-Άντε ντε, τον πείρε ή μάνα του για να τον δει η γιαγιά του που μένει κάπου στους Αγίους Αναργύρους.

-Ξέρεις επώνυμο; Σε ποιο νοσοκομείο τον έχουν και σε ποιο θάλαμο.

-Δεν ξέρω τίποτα, άμα μάθω θα σε πάρω τηλέφωνο, το μόνο που ξέρω είναι ότι τον έχουν στο ΚΑΤ.

Πήγα την άλλη μέρα, τον έψαξα παντού με το μικρό του όνομα.

« Ποιον θέλετε κύριε;» μου είπε ο υπάλληλος της πόρτας.

-Δεν ξέρω επώνυμο, είναι ένα τσιγγανάκι ολόξανθο, τον λένε Σάκη. «Άσε μας ρε φίλε. Τι ψάχνεις ψύλλους στα άχυρα. Τα μισά παιδιά στο νοσοκομείο είναι τσιγγανάκια, μελαχρινά, καστανά, ξανθά. Που θέλεις να ξέρω ποιο είναι.» Αυτά είπε ο υπάλληλος και το βλέμμα του έπεσε στον επόμενο που ήταν πίσω μου.

Τελικά βρήκα άκρη, ο φίλος μου ο Σάκης είχε πάρει εξιτήριο για το Νοσοκομείο Παίδων, τον έστειλαν να του κάνουν πλαστική στο πόδι, τα κόκαλά του είναι ευτυχώς εντάξει. Είχε Άγιο, έπαθε λιγότερη ζημιά από ότι αρχικά φαντάστηκαν οι γιατροί.

Το Σάββατο παίρνω πάλι τα άλογά μου και ξεκινάω για την Χαλκίδα. Ο κολλητός από όσα ξέρω είναι στο σπίτι και προσπαθεί να αναρρώσει με γκρίνια. Γίγαντας ο φίλος μου θα τα καταφέρει.

-Για σου φίλε Σάκη, σου έφερα μια μπάλα μπάσκετ και μια μπάλα ποδοσφαίρου. Άντε πότε θα βγάλεις τους επιδέσμους να παίξουμε. Σου έφερα και ένα αυτοκίνητο τέσσερα επί τέσσερα με τηλεχειριστήριο. Ανεβαίνει όπου θέλεις, ακόμα και στο βουνό που στέκει από πάνω μας. Περίμενε να του βάλω μπαταρίες και θα το ξεκινήσουμε.

Ο φίλος μου έχει αδυνατίσει, τα μαλλιά του μεγάλωσαν και του σκεπάζουν όλο το πρόσωπο, χλομιασμένο απ’ την ταλαιπωρία στα νοσοκομεία και το βαρύ του τραύμα. Λάμπει ολόκληρος από χαρά για τα δώρα που του έφερα. Με τα τσακίρικα μάτια του με ψάχνει και πάλι διερευνητικά.

-Σε περίμενα στο νοσοκομείο να ‘ρθεις. Τι φίλος είσαι; Γιατί δεν ήρθες;

«Σάκη είχε δουλειά ο κύριος γι αυτό δεν ήρθε, μην είσαι αχάριστος, τόσα δώρα σου έφερα σήμερα και σου έδωσε κρυφά ολόκληρα πενήντα ευρώ» του είπε η μάνα του άγρια πριν προλάβω να απολογηθώ.

-Έχεις δίκιο φίλε συγνώμη, είμαι αδικαιολόγητος, όταν το έμαθα ήταν αργά, σε έψαξα αλλά είχες φύγει από το νοσοκομείο. Σου ζητώ και πάλι συγνώμη, έπρεπε να έχω έρθει. Πάντως είμαι φίλος σου κι ας είμαι μπαλαμός.

Η μάνα του πήγε στη πρόχειρη κουζίνα με παραβάν ένα σεντόνι, πήγε να μου φτιάξει ένα καφέ, μείναμε μόνοι μας. Ο Σάκης είναι αμήχανος, πότε πλέκει τα δάχτυλά του, πότε ξύνει το κεφάλι του και πότε αλλάζει θέση στη καρέκλα βάζοντας το πονεμένο του πόδι άλλοτε αριστερά και άλλοτε δεξιά. Μου κάνει νόημα, κάτι κρυφό θέλει να μου πει.

-Είσαι φίλος; Έχεις μπέσα; Θέλω να σου πω κάτι.

Απόλυτη σιωπή για λίγα δευτερόλεπτα, η ανάσα του γρήγορη ανάλαφρη σαν πέταγμα πουλιού.

-Ξέρεις κι εγώ είμαι μπαλαμός, είμαι ίδιος με ΄σένα τον φίλο μου αλλά έχω τσιγγάνικο αίμα στις φλέβες μου απ’ την μάνα μου. Ξέρεις έμαθα ποιος είναι ο πατέρας μου. Ήρθε στο νοσοκομείο να με δει, μου έδωσε ολόκληρα είκοσι Ευρώ. Να ρε είναι σαν και σένα μπαλαμός σου λέω. Μου ‘πε, πως αν γίνω καλά θα μ’ αγοράσει ένα ποδήλατο αγωνιστικό με ταχύτητες. Λες να κρατήσει το λόγο του;

Τα μάτια μου βούρκωσαν, τα σκούπισα χωρίς να με δει ο φίλος μου. Σηκώθηκα απότομα.

-Φεύγω φίλε, περαστικά σου, θα τα ξαναπούμε, σιδερένιος. Θα περάσω την άλλη εβδομάδα, θα είσαι γερός όπως και πρώτα, θα παίξουμε μπάλα και θα ανεβάσουμε το τέσσερα επί τέσσερα στο βουνό.

«Τον καφέ σου καλέ. Γιατί φεύγεις; Τόσο πολύ βιάζεσαι;» είπε με απορία η μάνα του για τον απότομο ξεσηκωμό μου.

-Μα συγχωρείς έχω αργήσει, πρέπει να πάω στο χωριό μέρα, φέρε να πιώ μια γουλιά να μη σε προσβάλω, θα περάσω την άλλη βδομάδα, θα έχω περισσότερο χρόνο.

Βγήκα απ’ το σπίτι με συναισθήματα παράξενα, ανακατωμένα. Τα βήματά μου ασταθή λες και είναι ποτισμένα με οινόπνευμα. Ποιο θα ΄ναι το πεπρωμένο του; Ποιο θα ΄ναι το δικό μου πεπρωμένο; Στρίβω αμήχανα το μούσι μου και συλλογίζομαι άθελά μου μεγαλόφωνα.

«Φίλε Σάκη μπαλαμέ θα είμαι κοντά σου, αν πάλι χωρίσουν οι δρόμοι μας να είσαι καλότυχος όπου κι αν βρίσκεσαι. Δεν ξέρω να σου πω φίλε, αν η μοίρα καθορίζει τη ζωή μας ή αν εμείς με τη στάση ζωής ορίζουμε την μοίρα μας.»

Κώστας Μπούγας

-- ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΤΟΥΣ --

Όλα τα άρθρα που δημοσιεύονται εκφράζουν αποκλειστικά αυτούς που τα υπογράφουν και οι οποίοι είναι και υπεύθυνοι των γραφομένων τους. ο ΔΙΑΥΛΟΣ δεν φέρει καμία ευθύνη για τις απόψεις που εκφράζονται, όταν αυτές υπογράφονται.